Το θέμα της καύσης των νεκρών συζητείται τον τελευταίο καιρό πολύ συχνά στους κόλπους της κοινωνίας μας, όχι επειδή αποτελεί μια πραγματική ανάγκη, αλλά κυρίως λόγω της εμμονής των μέσων μαζικής ενημέρωσης στην παρουσίαση ακραίων και φανατικών θέσεων ορισμένων υπερασπιστών αυτής της πρακτικής.

Ιστορική αναδρομή

Η ιδέα του θανάτου απασχολεί, εδώ και αιώνες, τον άνθρωπο, που δίκαια αναζητεί τη στήριξη και τη συμπαράσταση της θρησκείας στους μεταφυσικούς φόβους και αγωνίες του. Η ταφή των νεκρών αποτελεί κανόνα για τη συντριπτική πλειοψηφία των εθνών, των λαών και των θρησκειών, αφού ακόμη και οι πρωτόγονες και απολίτιστες φυλές ακολουθούν, στη μεγαλύτερη πλειοψηφία τους, το συγκεκριμένο τελετουργικό.


Ακόμη και οι αρχαίοι Έλληνες, που ήταν οπαδοί του δωδεκαθεϊσμού, έθαβαν τους νεκρούς τους, εκτός από εξαιρετικές περιπτώσεις, όπως ήταν οι περίοδοι του πολέμου (Ομηρικά έπη), αφού πίστευαν ότι η ψυχή του άταφου νεκρού δεν αναπαύεται ποτέ, αλλά περιπλανιέται για πάντα στη γη. Εκείνα τα χρόνια, μάλιστα, στις περιπτώσεις που εφαρμοζόταν η καύση των νεκρών, οι διαδικασίες γίνονταν με θρησκευτική κατάνυξη και τα εναπομείναντα οστά τοποθετούνταν σε πολυτελείς λάρνακες, που θάβονταν στη συνέχεια σε ειδικούς τάφους. Η αποτέφρωση, δηλαδή, αφενός δεν ήταν ολοκληρωτική και αφετέρου συνοδευόταν σχεδόν πάντοτε από ενταφιασμό των οστών. Υπάρχουν, ακόμη, αναφορές για αποτέφρωση νεκρών στην αρχαία Ρώμη, αλλά και σε ορισμένες ανατολικές θρησκείες, όπως είναι ο Βουδισμός και ο Ινδουϊσμός. Στην Ευρώπη των νεότερων χρόνων, η ιδέα της καύσης των νεκρών θεωρείται, από πολλούς ερευνητές, ότι εισήχθη μετά την Γαλλική Επανάσταση του 1789.

Από την Παλιά Διαθήκη στις μέρες μας
Αν και η φωτιά υπήρχε από την αρχή της δημιουργίας του κόσμου, πουθενά στην Αγία Γραφή δεν αναφέρεται καύση νεκρών. Οι πολλαπλές αναφορές της ταφής στην Παλαιά Διαθήκη, αλλά και το παράδειγμα του ίδιου του Ιησού που ενταφιάστηκε μετά τα Θεία Πάθη, υποδηλώνουν ότι η ταφή των νεκρών αποτελεί αναπόσπαστη αξία της Ορθόδοξης πίστης, η οποία καθαγιάστηκε και παραδόθηκε από τον Υιό του Θεού στους ανθρώπους ("Χους ει και εις χουν απελεύση").
Ο μη ενταφιασμός των νεκρών στην Παλαιά Διαθήκη αντιμετωπίζεται ως τιμωρία, γεγονός που επιβεβαιώθηκε τόσο στα Σόδομα και τα Γόμορα, όσο και στον κατακλυσμό του Νώε, όπου οι αμαρτωλοί άνθρωποι μετά τις βιβλικές καταστροφές παρέμειναν άταφοι. Σε όλη, δηλαδή, την ιστορία της Χριστιανοσύνης, η καύση των νεκρών αντιμετωπίζεται ως ειδωλολατρική συνήθεια και θεωρείται αποκρουστική πράξη, που συνδέεται με αποτρόπαια εγκλήματα. Στην Καινή Διαθήκη, επίσης, ο θάνατος των πιστών Χριστιανών δια πυράς, ήταν μια ακόμη απάνθρωπη μέθοδος κάμψης του φρονήματος, εξαφάνισης της μνήμης και απομάκρυνσης της ελπίδας αναστάσεώς τους. Επιπλέον, δεν υπάρχουν γραπτές μαρτυρίες οικιοθελούς καύσεως σωμάτων στα κείμενα της Χριστιανικής πίστης, αλλά πάντοτε η θρησκεία μας ήταν υπέρ της ολόσωμης ταφής των νεκρών.
Η Εκκλησία της Ελλάδος αντιμετώπισε για πρώτη φορά στην πράξη το θέμα της καύσεως το 1960, μετά το θάνατο του αρχιμουσικού και επίτιμου ακαδημαϊκού Δημήτρη Μητρόπουλου, ο οποίος εξέφρασε στη διαθήκη του τη θέλησή του να αποτεφρωθεί και η τέφρα του να συγκεντρωθεί σε μια λήκυθο. Στην περίπτωση αυτή, η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος αρνήθηκε, παρά τις παρακλήσεις επιφανών Αθηναίων, να πραγματοποιήσει κάθε επίσημη ή ανεπίσημη επικήδεια τελετή ή ακόμη και απλή δέηση. Επιπροσθέτως, το 1986 υπεβλήθη για πρώτη φορά στο Πρωτοδικείο Αθηνών αίτηση για την αναγνώριση σωματείου με την επωνυμία ΄΄Σύνδεσμος φίλων αποτέφρωσης΄΄.

Η ανθρώπινη οντότητα
Όπως αναφέρεται επανειλλημένα στην Αγία Γραφή και στα πατερικά κείμενα, η ψυχή, μετά το θάνατο του ατόμου, συνεχίζει να αναγνωρίζει το σώμα ως αναπόσπαστο συστατικό στοιχείο της ανθρώπινης οντότητας, αφού στη συνέχεια, με τη δύναμη και την ενέργεια του Ύψιστου Θεού, θα εισέλθη και πάλι μέσα σε αυτό, καθαγιαζόμενη μέσα από το μεγαλείο της Ανάστασης.
Η σωτηρία του ατόμου δεν εξαντλείται στην ψυχή, αλλά επεκτείνεται στον όλο άνθρωπο, ο οποίος αποτελείται από πνεύμα, ψυχή και σώμα, που είναι άρρηκτα συνδεδεμένα μεταξύ τους. Ολόκληρη η λατρευτική και μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας μας είναι προσανατολισμένη στην ανθρώπινη ολότητα, αφού ο πιστός ως συστατικό μέλος της, προσομοιάζει στο Σώμα του Χριστού, όχι μόνο πνευματικά και ψυχικά, αλλά αναμφίβολα και σωματικά. Η σωτηρία, επίσης, του ανθρώπου, (η οποία προέρχεται από το σώον + τηρώ), προϋποθέτει τη διατήρηση του σώματος, όπως αναφέρει και ο Απόστολος Παύλος: ΄΄Αυτός δε, ο Θεός της ειρήνης αγιάσαι υμάς ολοτελείς, και ολόκληρον υμών το πνεύμα και η ψυχή και το σώμα αμέμπτως εν τη παρουσία του Κυρίου ημών Χριστού τηρηθείη΄΄ (Α΄ Θεσ. ε΄, 23).

Ο ρόλος του σώματος στη ορθόδοξη πίστη
Ο άνθρωπος εικονίζει το Θεό, όχι μόνο ως ψυχή, αλλά και ως ύλη και για το λόγο αυτόν επιβάλλεται η απόδοση στο σώμα της θρησκευτικής του αξίας και η αποτροπή της καταστροφής και της εξαφάνισής του στην πυρά. Η ανθρώπινη φύση είναι απόλυτα ιερή και συγγενής προς το Θεό και έτσι πρέπει να αντιμετωπίζεται, ώστε να μπορέσει να ενωθεί με Αυτόν σε μια αδιαίρετη υπόσταση. Για το λόγο αυτό, οι Χριστιανοί δεν αποστρέφονται το σώμα τους, ούτε επιθυμούν να το αποβάλουν ως εχθρικό, αλλά επιζητούν την εν Χριστώ ανάταση και αφθαρτοποίησή του.
Για την Εκκλησία, ακόμη, η ταφή των νεκρών είναι αναγκαία, αφού κατά την Ιερά Παράδοση αποτελεί την πηγή των αγίων λειψάνων, τα οποία εκτός των θαυματουργικών τους ιδιοτήτων, είναι απαραίτητα για την καθιέρωση των Ιερών Ναών. Η αφθαρσία και η θαυματουργία των λειψάνων, είναι τεκμήριο καθαγίασης και προσέγγισης του ανθρώπου στη χάρη του Θεού.

Η τελετή της ταφής
Η εξόδιος ακολουθία συνδέεται στενά με την παρουσία του ανθρώπινου σώματος και όχι ανώνυμης τέφρας, ενώ όλα τα εκκλησιαστικά τροπάρια κάνουν λόγο για κεκοιμημένο (και όχι για αποτεφρωμένο) και για τελευταίο ασπασμό. Η ταφή των νεκρών δεν είναι ένα απλό έθιμο, συνήθεια ή παράδοση, που θα μπορούσε αβίαστα να αλλάξει με το πέρασμα του χρόνου, αφού αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της Ιεράς Παράδοσης. Η Εκκλησία ενδιαφέρεται για τον άνθρωπο και μετά το θάνατό του, τελώντας τη νεκρώσιμη ακολουθία και τακτικά μνημόσυνα υπέρ των κεκοιμημένων, τιμώντας τα λείψανα των αγίων, αλλά και κηρύττοντας την Ανάσταση των νεκρών και την αιώνια ζωή.
Ακόμη, πάντως, και με τη στενή επιστημονική και τεχνοκρατική θεώρηση των θέματος, τα οστά του ανθρώπου διατηρούν τη βιολογική του ταυτότητα και το γενετικό του υλικό (DNA), σε αντίθεση με την καύση, που καταστρέφει κάθε έμβιο χαρακτηριστικό.

Οι υπερασπιστές της καύσης
Τα επιχειρήματα που επικαλούνται τα άτομα και οι οργανώσεις υπεράσπισης της καύσης των νεκρών, είναι ποικίλα. Ένα από τα βασικότερα, είναι η έλλειψη χώρου, ιδίως σε μεγάλες πόλεις όπως είναι η Αθήνα, που διαθέτει μικρής εκτάσεως κοιμητήρια, σε σχέση με τον διογκωμένο πληθυσμό της. Η έλλειψη χώρων για κοιμητήρια, όμως, δεν είναι ακλόνητο επιχείρημα, αφού για κάθε άλλη δραστηριότητα των κατοίκων (χώροι στάθμευσης, εμπορικά κέντρα, γήπεδα ποδοσφαίρου, πάρκα διασκέδασης κ.α.), βρίσκονται τελικά οι κατάλληλοι χώροι, όσο μεγάλοι και αν είναι. Γιατί, άραγε, είναι δύσκολο να βρεθούν χώροι για να τιμηθούν και να αναπαυθούν οι ψυχές των αγαπημένων μας προσώπων, όταν εγκαταλείπουν αυτόν τον κόσμο, ενώ σε άλλες πόλεις στο εξωτερικό, με πολλαπλάσιο πληθυσμό, δεν αντιμετωπίζουν το συγκεκριμένο πρόβλημα; Αξίζει να σημειωθεί, ως συγκριτικό παράδειγμα, ότι στις Μουσουλμανικές χώρες που απαγορεύεται τόσο η εκταφή, όσο και η κατακόρυφη ταφή, τα κοιμητήρια επαρκούν για τις ανάγκες των κατοίκων των ιδιαίτερα μεγάλων και πολυπληθών πόλεών τους.
Ένα άλλο επιχείρημα υπέρ της καύσης, είναι ότι συντρέχουν λόγοι προσβολής της δημόσιας υγείας, από τα μικρόβια που αποσυνθέτουν τους νεκρούς. Σε ένα κόσμο, όμως, που ο αριθμός των μικροβίων προσεγγίζει τα μερικά δισεκατομμύρια σε κάθε γωνιά της γης, που το περιβάλλον μολύνεται καθημερινά από χιλιάδες επιβλαβείς δραστηριότητες, που τα σκουπίδια είναι πολύ περισσότερα από τα χρηστικά είδη, που η ατμόσφαιρα στις μεγαλουπόλεις είναι σκοτεινή από το χημικό νέφος, που οι υδροφόροι ορίζοντες μετατρέπονται σε διαλύματα τοξικών ουσιών, που το στρώμα του όζοντος καταστρέφεται και ο ήλιος προκαλεί καρκίνο στο δέρμα, που τα δάση καίγονται και οι θάλασσες θυμίζουν υγρές χωματερές, που οι καρκινογόνες ουσίες απειλούν την υγεία και τη ζωή μας, είναι τουλάχιστον αστείο να σκεφτεί κανείς ότι η φύση κινδυνεύει από τα μικρόβια των κοιμητηρίων!

Ο σεβασμός στους νεκρούς
Μια άλλη πτυχή του θέματος αναφέρεται στα ατομικά και ανθρώπινα δικαιώματα. Η καύση, όμως, των νεκρών δεν είναι απόλυτο ατομικό δικαίωμα του νεκρού ανθρώπου, αλλά η διατήρηση του σώματός του αποτελεί υποχρέωση του κοινωνικού συνόλου, αφού η θέληση του κάθε ατόμου προσκρούει στην ανάγκη για σεβασμό του συνόλου. Το κοινωνικό αγαθό ως αξία είναι ανώτερο κάθε ατομικής επιλογής. Αν η κοινωνία έχει υποχρέωση να αποτεφρώσει όποιον έχει εκφράσει γραπτά αυτήν την επιθυμία, τότε θα είναι και υποχρεωμένη να διευκολύνει το θάνατο σε όποιον το επιθυμεί, να νομιμοποιήσει δηλαδή την ευθανασία. Το θέμα της ευθανασίας, όμως, ως άμεσο επακόλουθο της ανθρώπινης ‘’απελευθέρωσης’’ και της καύσης των νεκρών, έχει συζητηθεί και απορριφθεί από το σύνολο του ανεπτυγμένου κόσμου μας. Το αίσθημα ανεξαρτητοποίησης, από την άλλη πλευρά, που υποστηρίζεται ότι προσδίδει η απόφαση για καύση του σώματος, είναι απολύτως πλασματικό, αφού πραγματικά ελεύθερος δεν είναι αυτός που παρασύρεται άκριτα από τις σειρήνες της επίπλαστης προοδευτικότητας και προσεταιρίζεται καινοφανείς αντιλήψεις, αλλά αυτός που σέβεται τα πρότυπα του άλλου, όποια και αν είναι αυτά, αναγνωρίζει τις αξίες του και τιμά τα σύμβολά του, ανεξάρτητα αν διαφωνεί με τις επιλογές του.
Επίσης, το αποτρόπαιο, για ορισμένους, θέαμα του άπνοου και ψυχρού σώματος του νεκρού, θεωρείται από τους φίλους της καύσης ότι συνηγορεί υπέρ της κατάργησης της τελετής της κηδείας, αφού η τεφροδόχος ‘’ενοχλεί’’ λιγότερο τους συναισθηματικά φορτισμένους συγγενείς. Ο συγκινητικός αποχωρισμός, όμως, του νεκρού στην κηδεία και ο τελευταίος ασπασμός του, παρά τη στιγμιαία ένταση και οδύνη, είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με τον τρόπο που ο λαός μας αντιμετωπίζει τον απωλεσθέντα πλησίον του, χωρίς ανούσιους στρουθοκαμηλισμούς και ανθρωποφοβίες. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, φαντάζει λογικότερο η τελευταία ανάμνηση από τον θανόντα να είναι, έστω και χλωμό, το πραγματικό του πρόσωπο, αυτό που έβλεπαν οι φίλοι και οι συγγενείς σε ολόκληρη τη ζωή του, παρά ένα κοινότυπο ψυχρό δοχείο, που περιέχει το σώμα του νεκρού μετουσιωμένο σε λίγα γραμμάρια ομοιόμορφης στάχτης.
Η υποστήριξη, ακόμη, από τους υπέρμαχους της καύσης, της άποψης ότι το κόστος μιας κηδείας είναι υψηλό, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, αφού για τη διόγκωση των εξόδων δεν ευθύνεται η Εκκλησία, αλλά η μεγαλομανία και η επιδειξιομανία των συγγενών του νεκρού. Αξίζει να αναφερθεί, πάντως, ότι σύμφωνα με τα λεγόμενα ιδιοκτητών γραφείων τελετών, αλλά και με την πρακτική άλλων χωρών που επιτρέπεται η καύση, το κόστος της αποτέφρωσης θα διαμορφωθεί πολύ υψηλότερα από το αντίστοιχο μιας μέσης κηδείας!

Η απαξίωση του ανθρώπου
Πολλοί θεολόγοι πιστεύουν ότι το θέμα της καύσης διατηρείται στην επικαιρότητα ως αποτέλεσμα των ενεργειών όσων επιδιώκουν ένα μηδενιστικό και απογυμνωμένο από αξίες τρόπο ζωής, αλλά και την αποχριστιανοποίηση των σύγχρονων κοινωνιών προς όφελος άλλων, πιο ‘’μοντέρνων’’ και ισοπεδωτικών, κοσμοθεωριών. Η μυστηριακή τελετουργία της ταφής επιχειρείται να αντικατασταθεί από μια ανούσια τυπική διαδικασία αποξένωσης και απαξίωσης της ανθρώπινης υπόστασης.
Κάτω από την επιθυμία της καύσεως, κρύβεται η περιφρόνηση προς το σώμα, η απιστία της Ανάστασης των νεκρών, ακόμη και η άρνηση της ύπαρξης και διατήρησης της ψυχής μετά το θάνατο του ανθρώπου. Ο τάφος είναι μνήμα, δηλαδή τόπος μνήμης και επισκέψεως, για όσους αγάπησαν και συγχώρησαν τις πράξεις του νεκρού. Η Εκκλησία μας, επομένως, δεν είναι λογικό να υιοθετήσει για τους πιστούς της την αποτέφρωση των νεκρών, τη στιγμή που τρέφει απεριόριστο σεβασμό για το ανθρώπινο σώμα, το οποίο αντιμετωπίζει ως ναό του Αγίου Πνεύματος.

Η διατήρηση της θρησκευτικής παράδοσης
Η ταφή των νεκρών μπορεί να μην είναι καθαρά δογματικό θέμα για την Εκκλησία, αλλά δεν παύει να αποτελεί ένα αναπόσπαστο συστατικό στοιχείο της πλούσιας και μακραίωνης θρησκευτικής της παράδοσης. Η Εκκλησία μας δεν επιβάλλει την πίστη και τις τελετές της σε όσους είναι ξένοι προς αυτήν, αλλά και αντιστρόφως, όσοι είναι ξένοι με την Εκκλησία δεν μπορούν να απαιτούν από αυτήν να ασπάζεται και να ευλογεί τις αυθαίρετες επιλογές τους. Όπως είχε πει και σε μια ομιλία του ο Μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος: ΄΄Αναμφίβολα, κάθε κυβέρνηση έχει δικαίωμα να νομοθετεί πάνω σε τέτοια θέματα, αλλά είναι, επίσης, αναφαίρετο δικαίωμα της Εκκλησίας να οριοθετεί και τη δική της τοποθέτηση, απέναντι σε θέματα που άπτονται είτε των δογμάτων της, είτε των παραδόσεών της΄΄.
Μέσα σε ένα συνεχώς εξελισσόμενο και ετερόκλητο παγκοσμιοποιημένο κόσμο, η Εκκλησία έχει χρέος να προστρέξει στις ρίζες της παράδοσής της και να κηρύξει στο πλήρωμά της την ουσία και την αναγκαιότητα της διατήρησης της ταφής των νεκρών. Η πίστη στην αθανασία της ψυχής, η δυνατότητα θέωσης του ανθρώπου μέσα από την Ανάσταση, η συμβολική αξία των αγίων λειψάνων και η εξύμνιση της ιερότητας, τόσο της ζωής, όσο και του θανάτου, δείχνουν στην Εκκλησία τον αταλάντευτο δρόμο που οφείλει να ακολουθήσει, ώστε να συνεχίσει, πατώντας γερά στις αξίες της, να αποτελεί την ελπίδα και το στήριγμα της ύπαρξης κάθε ανθρώπου.


Πηγή: Γιάννης Στεφανογιάννης © ''Χριστός και Κόσμος'', 2008

0 Σχόλια - Παρατηρήσεις:

Δημοσίευση σχολίου

Join The Team

top