Ο ρόλος της αντοχής στο ποδόσφαιρο


 Η φυσική κατάσταση αποτελεί έναν πολύ σημαντικό παράγοντα που επηρεάζει και καθορίζει την απόδοση στο άθλημα του ποδοσφαίρου. Ορίζεται ως ένα συστατικό στοιχείο της κατάστασης απόδοσης μαζί με την τεχνική, την τακτική και την ψυχολογική προετοιμασία.
 
Βασίζεται κυρίως στην συνδυασμένη δράση ενεργειακών διαδικασιών του οργανισμού και των μυών και εμφανίζεται ως ικανότητα αντοχής, δύναμης, ταχύτητας καθώς και ευκαμψίας σε συνδυασμό με τις απαραίτητες ψυχικές ιδιότητες για αυτές τις ικανότητες.
Με τον όρο αντοχή εννοείται γενικά η ικανότητα αντίστασης του αθλητή στην κόπωση σε επιβαρύνσεις μεγάλης χρονικής διάρκειας καθώς και η ικανότητα της γρήγορης αποκατάστασης του οργανισμού μετά το τέλος της επιβάρυνσης.
Στο ποδόσφαιρο διακρίνουμε διάφορες μορφές αντοχής ανάλογα με την σκοπιά από την οποία την εξετάζουμε. Αν εξετάσουμε το ποσοστό της εργαζόμενης μυϊκής μάζας η αντοχή διακρίνεται σε γενική και τοπική. Ο βαθμός εξειδίκευσης ξεχωρίζει την αντοχή σε γενική (αερόβια) και ειδική (αναερόβια), ενώ ανάλογα με τον τρόπο εργασίας των μυών διακρίνουμε την αντοχή σε στατική και δυναμική. Τέλος ανάλογα με τις κύριες κινητικές ικανότητες που συμμετέχουν η αντοχή διακρίνεται σε αντοχή στην δύναμη, αντοχή στην ταχυδύναμη, στην δύναμη σπριντ και στην ταχύτητα. Για τον ποδοσφαιριστή μεγάλη σημασία έχει κυρίως η γενική και η ειδική αντοχή, δηλαδή η αερόβια και η αναερόβια ( ιδιαίτερα η άγαλακτικη ) αντοχή.

Για να κατανοήσουμε καλύτερα την σημασία της ανάπτυξης της αντοχής στο άθλημα του ποδοσφαίρου θα πρέπει να εξετάσουμε από άποψη ποσότητας τις αποστάσεις δρόμων που καλύπτει ένας ποδοσφαιριστής κατά την διάρκεια ενός αγώνα. Αν συγκρίνει κανείς τις δρομικές επιδόσεις ποδοσφαιριστών της δεκαετίας του ’60 με αυτές των σύγχρονων ετών θα διαπιστώσει πόσο πού έχει αυξηθεί η ένταση και η ποσότητα μέσα στις τελευταίες δεκαετίες. Η κάλυψη συνολικά μιας απόστασης πάνω από 4000μ θεωρούνταν τότε κορυφαία επίδοση. Με την προοδευτική βελτίωση των μεθόδων προπόνησης και της τεχνολογίας στην πορεία των ετών βελτιώθηκε η απόδοση των ποδοσφαιριστών και η γενικότερη τους φυσική κατάσταση.
Οι σημερινές μέσες τιμές της συνολικής καλυπτόμενης απόστασης κυμαίνεται μεταξύ 9-12 χιλιόμετρα σε μεμονωμένες μάλιστα περιπτώσεις μετρήθηκαν πάνω από 14 χιλιόμετρα ανά αγώνα (Winkler 1985). Το συνολικό μήκος των διαδρομών που καλύφθηκαν με σπριντ κυμαίνεται 500 έως και 3000 μέτρα ενώ ο αριθμός των διαδρομών αυτών ήταν περίπου 100 ανά αγώνα. Σύμφωνα με τις έρευνες των (Gerisch / Rutemoller / Weber 1988) οι παίκτες ερασιτεχνικής κατηγορίας διανύουν κατά μέσο όρο 9050 +/- 1000 μέτρα. -Από αυτά τα 1500 καλύπτονται με ένταση ταχύτητας 5μ / δευτερόλεπτο ή και περισσότερο. -Ο περισσότερος αγωνιστικός χρόνος καλύπτεται από βάδισμα και ελαφρύ τρέξιμο σε ποσοστό 83-88%, -λιγότερος από γρήγορο τρέξιμο και σπριντ σε ποσοστό 7-10% -και ακόμα λιγότερος σε στάση σε ποσοστό 4-10%. Σύμφωνα λοιπόν με μελέτες διαπιστώνεται μια μέση ετήσια αύξηση των δρομικών αποστάσεων κατά 10% περίπου ( Bauer 1990 / Weineck 1997). Αξιολογώντας τα παραπάνω μια καλά αναπτυγμένη βασική αντοχή στον ποδοσφαιριστή προσφέρει τα εξής θετικά αποτελέσματα

    * Βελτίωση της σωματικής ικανότητας απόδοσης

Ο προπονημένος στην αντοχή παίκτης μπορεί να συμμετέχει περισσότερο έντονα και για μεγαλύτερο χρόνο στο παιχνίδι να κυνηγά πιο συχνά την μπάλα ή να τρέχει στον ελεύθερο χώρο και να βρίσκεται σε ετοιμότητα σε όλη την διάρκεια του παιχνιδιού χωρίς να μειώνεται αισθητά η απόδοση του.

    * Ιδανική ανάπτυξη της ικανότητας ανάληψης του οργανισμού

Ο οργανισμός του προπονημένου ποδοσφαιριστή μπορεί να απομακρύνει πιο εύκολα και πιο γρήγορα τα συσσωρευμένα προϊόντα του μεταβολισμού (γαλακτικό οξύ και αμμωνία) και να επιλύσει με αποτελεσματικό τρόπο τα προβλήματα που θα προκύψουν. Έτσι ο ποδοσφαιριστής θα μπορεί να συμμετέχει πιο ενεργά κατά την διάρκεια του αγώνα και να ξεκουράζεται πιο γρήγορα ανάμεσα στις προπονήσεις ή τους αγώνες.

    * Ελαχιστοποίηση των τραυματισμών

Οι καλά προπονημένοι παίκτες τραυματίζονται σπανιότερα γιατί μπορούν να αντιδρούν πιο γρήγορα σε επικίνδυνες φάσεις ακόμα και όταν το παιχνίδι βρίσκεται σε εξέλιξη. Επίσης η ελαστικότητα των τενόντων και των μυών τους δεν επηρεάζεται αρνητικά όπως συμβαίνει στους πρόωρα κουρασμένους παίκτες. Το γεγονός αυτό συνιστά υψηλή προστασία από τραυματισμούς.

    * Μείωση των τεχνικών λαθών

Ο προπονημένος στην αντοχή παίκτης παραμένει μέχρι το τέλος του παιχνιδιού συγκεντρωμένος, προσεκτικός και γρήγορος στις αποφάσεις του και στις ενέργειες του. Στοιχεία που μειώνουν το ποσοστό λαθών ( απώλεια μπάλας, χάσιμο σίγουρων ευκαιριών, άσκοπα φάουλ κλπ ).

    * Αύξηση της ικανότητας ψυχικής επιβάρυνσης

Ο προπονημένος στην αντοχή παίκτης διαθέτει αυξημένη ικανότητα αντίστασης στο στρες και μια υψηλότερη ψυχική σταθερότητα. Είναι σε θέση να επεξεργαστεί καλύτερα τις αποτυχίες και έτσι ξεπερνά πιο γρήγορα την πιθανή και την αρνητική ψυχική διάθεση που θα προκληθεί.

    * Σταθερή υψηλή ταχύτητα αντίδρασης

Λόγω της καλύτερης ικανότητας ανάληψης, συνεπώς και της χαμηλότερης συσσώρευσης προϊόντων κόπωσης (γαλακτικό οξύ),η λειτουργική ικανότητα του νευρικού συστήματος επηρεάζεται λιγότερα αρνητικά. Σε όλη την διάρκεια αγώνα η ταχύτητα αντίληψης, αντίδρασης, επιλογής και πρόβλεψης δεν μειώνονται σε μεγάλο βαθμό. Πρακτικά ο επιθετικός εκμεταλλεύεται αποφασιστικά μέχρι και το τελευταίο δευτερόλεπτο κάθε ευκαιρία που του παρουσιάζεται για να πετύχει γκολ. Ο αμυντικός παρακολουθεί στενά τον αντίπαλο του μέχρι το σφύριγμα της λήξης.

    * Σταθερή υγεία

Ο προπονημένος στην αντοχή παίκτης έχει βελτιώσει το ανοσοποιητικό του σύστημα σε τέτοιο βαθμό ώστε να γίνεται περισσότερο ανθεκτικός απέναντι σε κοινές ασθένειες όπως κρυολόγημα κλπ. Έτσι ούτε απουσιάζει από προπονήσεις γεγονός που θα σήμαινε μείωση της απόδοσης του, αλλά ούτε και η ομάδα του τον στερείται από τους αγώνες. Συμπέρασμα για την σημασία της αντοχής στο άθλημα του ποδοσφαίρου Μια ιδανικά αναπτυγμένη βασική αντοχή για τον ποδοσφαιριστή συνιστά μία από τις κύριες προϋποθέσεις για μια υψηλή αγωνιστική απόδοση.
Όσο καλύτερα είναι αναπτυγμένη η αερόβια ικανότητα -σε βαθμό όμως που δεν επηρεάζει τους άλλους παράγοντες της φυσικής κατάστασης και κυρίως την ταχύτητα και την δύναμη-τόσο πιο οικονομικά μπορεί να διεξαχθεί η ανασύνθεση του ΑΤΡ (τριφωσφορικής αδενοσίνης) και CP ( φωσφοκρεατίνης), ενώσεις οι οποίες αποτελούν κύριες πηγές κατά την διάρκεια αγωνιστικών επιβαρύνσεων διαλλειμματικής μορφής όπως είναι το ποδόσφαιρο. Μεγάλη είναι επίσης και η συνεισφορά της στην ελαχιστοποίηση των τεχνικοτακτικών λαθών αφού επιτρέπει την διατήρηση της συγκέντρωσης και προσοχής σε υψηλό επίπεδο σε όλη την διάρκεια του αγώνα.

Η υψηλή λοιπόν αερόβια ικανότητα εξασφαλίζει έτσι μια ιδανική αγωνιστική συμπεριφορά, γρήγορη ανάληψη και αποκατάσταση και τελικά μια μεγάλη δεικτικότητα απέναντι σε επιβαρύνσεις που οδηγεί σε επιδόσεις υψηλού αγωνιστικού επιπέδου (Staender/ Muller/ Brayer 1991).
Πηγή: www.smn.gr

0 Σχόλια - Παρατηρήσεις:

Δημοσίευση σχολίου

Join The Team

top