Νικοτίνη και εξάρτηση



Η νικοτίνη είναι η ουσία που ευθύνεται για τη ευρύτατη διάδοση της χρήσης του καπνού, δεδομένου ότι έχει ισχυρές εθιστικές ιδιότητες. Ο εθισμός στη νικοτίνη αποτελεί την πιο διαδεδομένη και δαπανηρή σε ζωές και χρήμα εξάρτηση αλλά και την πιο παραγνωρισμένη και αγνοημένη από τις εξαρτήσεις.

Από φαρμακολογικής άποψης, η νικοτίνη διατίθεται σε μορφές απορροφήσιμες από το δέρμα, το ρινικό βλεννογόνο, το στοματοφαρυγγικό βλεννογόνο και το κατώτερο αναπνευστικό. Μεταβολίζεται κυρίως (90%) στο ήπαρ προς κοτιτίνη και οξείδιο της νικοτίνης. Έχει χρόνο ημιζωής 2 ώρες, τα επίπεδά της στο αίμα κινούνται στα 20-40 ng/ml μετά από 6-8 ώρες τακτικού καπνίσματος και στα 5 ng/ml κατά το πρωινό ξύπνημα (εμφάνιση στερητικών συμπτωμάτων). Εισέρχεται με το αίμα στον εγκέφαλο 15 δευτερόλεπτα μετά από κάθε «ρουφηξιά» και συνδέεται στους νικοτινικούς χολινεργικούς υποδοχείς που υπάρχουν κυρίως στο φλοιό, το θάλαμο, στην κοιλιακή περιοχή της καλύπτρας και στο επιχείλιο σύστημα. 

Η διέγερση των υποδοχέων αυτών προκαλεί απελευθέρωση μιας ποικιλίας νευροδιαβιβαστών, μεταξύ των οποίων: ακετυλχολίνη, νορεπινεφρίνη, ντοπαμίνη, σεροτονίνη και β-ενδορφίνη. Επίσης, έκκριση ορμονών όπως: προλακτίνη, αυξητική ορμόνη, ACTH. Η απελευθερούμενη ακετυλχολίνη δρα στους ντοπαμινεργικούς νευρώνες της μεσοεπιχείλιας ντοπαμινεργικής οδού και προκαλεί την απελευθέρωση ντοπαμίνης στους μετασυναπτικούς D2 υποδοχείς του επιχείλιου συστήματος. Η ντοπαμινεργική αυτή δράση αποτελεί την κοινή τελική οδό  διά της οποίας προκαλείται ευχαρίστηση από τη χρήση όλων των ψυχοτρόπων εθιστικών ουσιών (αλκοόλ, οπιοειδή, κοκαΐνη, ινδική κάνναβις κ.α.). 

Η ιδιαιτερότητα τής νικοτίνης έγκειται στο ότι, λίγο μετά τη σύνδεσή της στο νικοτινικό υποδοχέα και τη διέγερσή του, προκαλεί απενεργοποίηση αυτού και διακοπή τής ντοπαμινεργικής διέγερσης των μεσοεπιχείλιων ντοπαμινικών υποδοχέων. Λίγο αργότερα ο νικοτινικός υποδοχέας ενεργοποιείται και πάλι και αυτό αποτελεί το ερέθισμα για να τραβήξει την επόμενη «ρουφηξιά» ο καπνιστής. Η αυτορρυθμιζόμενη δράση τής νικοτίνης, όπως περιγράφηκε, ίσως εξηγεί την έλλειψη σημαντικών δράσεων στη συμπεριφορά, σε αντίθεση με την κοκαΐνη και την αμφεταμίνη.

Tο υποκειμενικό αίσθημα που προκαλεί η χρήση της νικοτίνης χαρακτηρίζεται από βελτίωση της διάθεσης, ενίσχυση των γνωσιακών λειτουργιών και μείωση της όρεξης για φαγητό. Δεν είναι απολύτως σαφές αν οι δράσεις αυτές αποτελούν όντως ενίσχυση των ψυχονοητικών λειτουργιών ή απλή επαναφορά στο φυσιολογικό από ανακούφιση των στερητικών συμπτωμάτων της νικοτίνης.

Τα αίτια της χρήσης και εξάρτησης από τη νικοτίνη είναι βιοψυχοκοινωνικά
Πρέπει καταρχήν να τονισθεί η ύπαρξη γονιδιακών αιτίων που προδιαθέτουν στη χρήση και εξάρτηση από τη νικοτίνη, φαίνεται δε ότι υπάρχουν εν μέρει κοινές γονιδιακές προδιαθέσεις και με τη χρήση και εξάρτηση από το αλκοόλ.

Όπως ήδη αναφέρθηκε, η νικοτίνη ενεργοποιεί τους ντοπαμινεργικούς μηχανισμούς συμπεριφορικής ενίσχυσης και εθισμού. Η λήψη νικοτίνης από το κάπνισμα του τσιγάρου οδηγεί στην ανάπτυξη ισχυρότατης εξάρτησης διότι: α) η ουσία φτάνει στον εγκέφαλο σε ελάχιστο χρόνο β) παρουσιάζονται πολλές αιχμές τής συγκέντρωσης της ουσίας στο αίμα, σε αντιστοιχία με ισάριθμες «ρουφηξιές», γ) τα τσιγάρα είναι κοινωνικώς αποδεκτά, διατίθενται ελεύθερα και η χρήση τους διαφημίζεται πολλαπλώς, δ) ακόμα και η κατάχρηση της ουσίας δεν προκαλεί τοξίκωση ούτε επικίνδυνες διαταραχές συμπεριφοράς.

Η έναρξη του καπνίσματος γίνεται συχνά κατά την εφηβεία, από νεαρά άτομα που συχνά χαρακτηρίζονται από χαμηλή αυτοεκτίμηση και σχολική επίδοση, παραβατικότητα, καταθλιπτική συμπτωματολογία και μιμητισμό. Οι επιδράσεις από την οικογένεια και τους φίλους είναι ιδιαίτερα σημαντικές.

Για τη θεραπεία της εξάρτησης από νικοτίνη είναι σήμερα διαθέσιμα τα κάτωθι :

Α)Βουπροπιόνη: ουσία αντικαταθλιπτική η οποία διευκολύνει τη διακοπή τού καπνίσματος αφενός δια τής ντοπαμινεργικής της δράσης και αφετέρου επειδή δεσμεύει τούς νικοτινικούς χολινεργικούς υποδοχείς. Συνήθης δόση 300 mg.

Β)Βαρενικλίνη: πρόκειται για έναν μερικό αγωνιστή τών α4β2  νικοτινικών χολινεργικών υποδοχέων, τους οποίους αρχικά διεγείρει προκαλώντας τελικά απελευθέρωση ντοπαμίνης στους μετασυναπτικούς D2 υποδοχείς του επιχείλιου συστήματος, με μικρότερη όμως ένταση απ’ ότι η νικοτίνη. Ταυτόχρονα δεσμεύει τους υποδοχείς εμποδίζοντας τη δράση της νικοτίνης σε αυτούς, με συνέπεια το άτομο να μην αισθανθεί ευχαρίστηση εάν καπνίσει . Η βαρενικλίνη συνδέεται επίσης στους 5-HT3 υποδοχείς. 

Η δόση της βαρενικλίνης τιτλοποιείται σε ένα διάστημα  8 ημερών :

Ημέρες 1 − 3: 0.5 mg άπαξ ημερησίως
Ημέρες 4 − 7: 0.5 mg δις ημερησίως
Ημέρες 8 − Τέλος θεραπείας: 1 mg δις ημερησίως

Η διάρκεια της θεραπείας είναι 12 εβδομάδες, με συνέχιση επί άλλες 12 εβδομάδες για σταθεροποίηση του θεραπευτικού αποτελέσματος. Επί αποτυχίας ή υποτροπής απαιτείται αναζήτηση και αντιμετώπιση των παραγόντων που σχετίζονται με την αποτυχία, πριν επαναληφθεί η θεραπεία.

Γ) Υποκατάσταση με σκευάσματα νικοτίνης (τσίχλα, υπογλώσσιο, διαδερμικό patch, ρινικό spray). Προσφέρουν ανακούφιση σε περιπτώσεις με μεγάλο κίνδυνο υποτροπής. 

Δ)  Κλονιδίνη, νορτριπτυλίνη : φαρμακευτικές προσεγγίσεις δεύτερης επιλογής

Ε) Ψυχοθεραπείες: Η θεραπεία συμπεριφοράς είναι η πλέον αποτελεσματική.  Χρησιμοποιούνται κυρίως οι εξής ειδικές τεχνικές: εκπαίδευση δεξιοτήτων, αποφυγή υποτροπής, έλεγχος του ερεθίσματος, ανάπτυξη απέχθειας προς το κάπνισμα. Η ψυχοθεραπεία μπορεί να γίνεται σε ατομική ή σε ομαδική βάση. 

Πηγή:  www.hygeia.gr

0 Σχόλια - Παρατηρήσεις:

Δημοσίευση σχολίου

Join The Team

top