Δύσπνοια


Ένεφύσησεν αυτώ πνοήν ζωής, και εγένετο ο άνθρωπος εις ψυχήν ζώσαν'' (Γένεση β΄7)

Με την απλή αυτή φράση η Αγία Γραφή μας περιγράφει μια μεγάλη αλήθεια: ότι ο άνθρωπος ζει χάρη στην αναπνοή του, που αποτελεί στην κυριολεξία δώρο Θεού. Η λειτουργία αυτή του οργανισμού μας είναι τόσο απαραίτητη, ώστε γίνεται χωρίς τη θέλησή μας, μέρα-νύχτα, για όσα χρόνια ζούμε. 

Αν θελήσουμε να κρατήσουμε την αναπνοή μας, δεν θα το καταφέρουμε για περισσότερο από λίγα δευτερόλεπτα ή 1-2 λεπτά (όπως οι εξασκημένοι δύτες). Αν κάποιο εμπόδιο, εσωτερικό ή εξωτερικό, αποκλείσει την αναπνευστική οδό, σε μερικά λεπτά θα χάσουμε τις αισθήσεις μας, κι αν δεν φύγει το εμπόδιο θα πεθάνουμε. Τόσο λεπτό είναι το όριο της ζωής.
Το αναπνευστικό σύστημα εκτείνεται από τη μύτη ως τις κυψελίδες των πνευμόνων, τα εκατομμύρια μικροσκοπικούς ασκούς όπου γίνεται η ανταλλαγή των αερίων: το οξυγόνο που φτάνει εκεί περνάει στο αίμα, το οποίο με τη σειρά του διώχνει το διοξείδιο του άνθρακα που δημιουργήθηκε από τις καύσεις στα κύτταρα του σώματος. Η εργασία αυτή γίνεται αδιάκοπα, από την ώρα που θα γεννηθούμε μέχρι το τέλος της ζωής. Είναι τόσο ευαίσθητη και τόσο αποτελεσματική, ώστε ο οργανισμός διατηρεί το οξυγόνο και το διοξείδιο μέσα σε πολύ στενά πλαίσια, και αντιλαμβάνεται και διορθώνει ακόμη και μικρές διαταραχές των αερίων αυτών στο αίμα, χωρίς να ζητάει κάθε φορά την άδειά μας!

Για να γίνεται αποτελεσματικά η λειτουργία αυτή, υπάρχουν πολλές προϋποθέσεις. Οι πνεύμονες πρέπει να είναι υγιείς και οι αναπνευστικές οδοί (μύτη, φάρυγγας, λάρυγγας, τραχεία, βρόγχοι και οι διακλαδώσεις τους) να είναι ελεύθερες. Το τοίχωμα του θώρακα (πλευρές, σπονδυλική στήλη) και οι μύες που το κινούν (διάφραγμα, μεσοπλεύριοι και επικουρικοί μύες) πρέπει να είναι ακέραια και να δουλεύουν σωστά και αρμονικά, πράγμα που απαιτεί και ακέραιο νευρικό σύστημα. Η κυκλοφορία του αίματος (καρδιά και αγγεία) πρέπει να είναι ανεμπόδιστη και να μη δυσχεραίνεται από παθολογικά αίτια. Και τέλος, το αίμα να περιέχει φυσιολογική αιμοσφαιρίνη, σε επαρκή ποσότητα, ώστε να μεταφέρει το αναγκαίο ποσό οξυγόνου. Μ' ένα λόγο, η καλή αναπνοή αποτελεί ένα σημαντικό κομμάτι ενός ολοκληρωμένου οργανισμού: αν δουλεύει σωστά, βοηθάει και τα υπόλοιπα τμήματα, ενώ κι αυτή με τη σειρά της εξαρτάται από την καλή λειτουργία όλων των άλλων συστημάτων.

Η αναπνοή επιτελείται συνεχώς χωρίς τη συνειδητή μας προσπάθεια ή αντίληψη. Αν για οποιοδήποτε λόγο και χωρίς να το θέλουμε αισθανόμαστε την αναπνοή μας με τρόπο δυσάρεστο, η αίσθηση αυτή ονομάζεται δύσπνοια (= δύσκολη αναπνοή). Η δύσπνοια αυτή μπορεί να είναι 'φυσιολογική' (π.χ. αν ανέβουμε τρέχοντας τις σκάλες ή κουβαλήσουμε ένα ασυνήθιστο φορτίο), και ανάλογη με την προσπάθεια που κάναμε, οπότε συνήθως δεν μας προκαλεί ανησυχία, καθώς μάλιστα υποχωρεί σύντομα με λίγη ανάπαυση. Αν όμως ξαφνικά νιώσουμε να 'λαχανιάζουμε' σε μια συνηθισμένη δραστηριότητα (π.χ. μερικά σκαλιά) ή αν βλέπουμε να μειώνεται βαθμιαία η αντοχή της αναπνοής μας, τότε οπωσδήποτε πρέπει να ανησυχήσουμε και να συμβουλευθούμε τον γιατρό (πνευμονολόγο, παθολόγο ή καρδιολόγο).

Τα αίτια της δύσπνοιας

Η δύσπνοια είναι απλώς ένα σύμπτωμα, που με τη σειρά του μπορεί να έχει πολλές αιτίες, από τελείως αθώες μέχρι και επικίνδυνες. Επειδή η αναπνοή είναι συνώνυμη με τη ζωή, κάθε δυσκολία στην αναπνοή γίνεται αντιληπτή από τον πάσχοντα ως ενδεχόμενη απειλή κατά της ζωής. Το δυσάρεστο αυτό αίσθημα μπορεί να δημιουργήσει άγχος και πανικό στον ασθενή, κάτι που επιδεινώνει τη δυσφορία. Ως σύμπτωμα, ιδίως όταν είναι καινούργιο ή διαφορετικό από τις προηγούμενες εμπειρίες του αρρώστου, πρέπει να αναφέρεται στο γιατρό και να ερευνάται ανάλογα.

Σε κάθε περίπτωση, απαραίτητη είναι η αναζήτηση της αιτίας της δύσπνοιας, διότι αυτή θα καθορίσει και τη θεραπευτική αντιμετώπιση. Έτσι, δύσπνοια μπορεί να προκαλείται από:
- Παθήσεις των αεραγωγών, είτε γενικευμένες (π.χ. άσθμα, χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια/ΧΑΠ) είτε τοπικές (π.χ. όγκος, είσοδος ξένου σώματος)
- Παθήσεις των πνευμόνων (π.χ. πνευμονία, εμφύσημα, συλλογή υγρού, όγκος κτλ)
- Διαταραχή των αναπνευστικών κινήσεων (π.χ. από νευρομυϊκές παθήσεις, πόνο στο θώρακα, κατάγματα πλευρών, παράλυση του διαφράγματος κτλ)
- Καρδιοαγγειακά και άλλα αίτια (καρδιακή ανεπάρκεια, πνευμονική εμβολή, άλλες συστηματικές παθήσεις, αναιμία)
- Άγχος (ψυχογενής δύσπνοια)

Επειδή, όπως προαναφέραμε, το άγχος μπορεί να συνυπάρχει με κάθε μορφή δύσπνοιας, την δύσπνοια την χαρακτηρίζουμε ως ψυχογενή μόνο αφού πρώτα αποκλείσουμε την ύπαρξη κάποιας παθολογικής κατάστασης.

Η διερεύνηση της δύσπνοιας
Η εξιχνίαση οποιουδήποτε ιατρικού προβλήματος αρχίζει με τη λήψη του ιστορικού. Έχει μεγάλη σημασία η αφήγηση του ίδιου του αρρώστου για το πώς εκδηλώθηκε για πρώτη φορά η δύσπνοια (απότομα ή σταδιακά; σε δραστηριότητα, σε ηρεμία ή στον ύπνο; κάτω από ποιες συνθήκες;), αν συνοδευόταν από άλλα ενοχλήματα (πόνο στο στήθος, 'σφύριγμα' ή 'βράσιμο' στην αναπνοή, βήχα, πυρετό κτλ), αν ανακουφίσθηκε με ανάπαυση ή με χρήση κάποιου φαρμάκου ή άλλου μέσου, αν επιδεινώθηκε με τον χρόνο κτλ. Όλες αυτές οι πληροφορίες, καθώς και στοιχεία για προηγούμενες αρρώστιες ή προβλήματα υγείας και για τυχόν φάρμακα που παίρνει ο άρρωστος, για το επάγγελμά του και για άλλες συνήθειες, με κυριότερη το κάπνισμα, μπορούν να προσανατολίσουν τον γιατρό προς την πιθανή αιτία της δύσπνοιας.

Οι πληροφορίες του ιστορικού συμπληρώνονται με τα ευρήματα της κλινικής εξέτασης, που αφορά σε ολόκληρο το σώμα. Ειδικότερα, οι πνεύμονες μπορούν να 'πουν πολλά' στο αυτί ενός έμπειρου εξεταστή. Οι ήχοι που παράγονται με την επίκρουση του θώρακα ή που ακούγονται με το στηθοσκόπιο ('ακροαστικά') μπορούν να δώσουν χρήσιμα στοιχεία για την κατάσταση της αναπνοής. Τα 'ακροαστικά' δεν είναι πάθηση. Η πολυακουσμένη φράση ότι κάποιος «Έχει ακροαστικά» σημαίνει ότι υπάρχουν παθολογικά ευρήματα στην ακρόαση, δεν αναφέρεται όμως σε κάποια συγκεκριμένη νόσο.

Μετά τα παραπάνω, ο γιατρός μπορεί να χρειασθεί περισσότερες πληροφορίες, που θα τις πάρει από πιο ειδικές εξετάσεις. Ο πνευμονολόγος σε κάθε περίπτωση θα μετρήσει το οξυγόνο του αίματος (συνήθως με την απλή οξυμετρία και σε ειδικές περιπτώσεις με αιμοληψία για αέρια αίματος) και θα κάνει σπιρομέτρηση (μέτρηση της χωρητικότητας των πνευμόνων, που γίνεται με φύσημα μέσα στο σπιρόμετρο). Οι δυο αυτές εξετάσεις δείχνουν την επάρκεια της αναπνοής για τον σκοπό της, δηλ. τη μεταφορά οξυγόνου. Ανάλογα με τα αρχικά ευρήματα, άλλες εξετάσεις που μπορεί να βοηθήσουν θα είναι η ακτινογραφία θώρακος, η γενική εξέταση αίματος και η ειδικότερη καρδιολογική εκτίμηση (π.χ. με υπερήχους, τεστ κόπωσης κτλ). Οι παραπάνω δοκιμασίες μπορούν να μας αποκαλύψουν την αιτία της δύσπνοιας στις περισσότερες περιπτώσεις, ενώ σε μερικές μπορεί να χρειασθούν ακόμη πιο εξειδικευμένα μέτρα.

Η αντιμετώπιση της δύσπνοιας
Απ' όσα είπαμε ως τώρα γίνεται φανερό ότι η αντιμετώπιση θα εξαρτηθεί άμεσα από την αιτία. Δεν είναι δυνατό να δώσουμε λεπτομέρειες για κάθε μορφή θεραπείας, ωστόσο σε γενικές γραμμές το πρώτο και βασικό μέτρο είναι ο καθησυχασμός του αρρώστου (ώστε να φύγει το στοιχείο του πανικού και του άγχους) και οι απαραίτητες επεξηγήσεις για τα ευρήματά μας. Συχνά, ο άρρωστος έχει βάλει στο μυαλό του το χειρότερο, και η καθησυχαστική επεξήγηση ότι πρόκειται για κάτι απλό φθάνει για να τον ηρεμήσει (ακόμη και σε δύσκολες παθήσεις, η κατάλληλη πληροφόρηση αφαιρεί ένα μέρος από το άγχος του αγνώστου). Αν το οξυγόνο είναι χαμηλό, συνήθως ενδείκνυται η χορήγηση οξυγόνου μέχρι να διορθωθεί η αιτία. Σε αποφρακτικές καταστάσεις, όπως το άσθμα ή η ΧΑΠ, η χορήγηση βρογχοδιασταλτικών εισπνοών και κορτιζόνης μπορεί να επιφέρει άμεση βελτίωση της αναπνοής. Το ίδιο ισχύει και σε καταστάσεις καρδιακής ανεπάρκειας, με τη χορήγηση διουρητικών και άλλων καρδιολογικών φαρμάκων, ενώ σε μια μεγάλη συλλογή υγρού στο θώρακα η παρακέντηση μπορεί να προσφέρει γρήγορη ανακούφιση.

Σε κάθε περίπτωση, την άμεση αντιμετώπιση της δύσπνοιας θα πρέπει να ακολουθήσει η ειδική θεραπεία της αιτίας. Πολλά από τα αίτια της δύσπνοιας είναι παροδικά και επιδέχονται ριζική θεραπεία, η οποία μπορεί να οδηγήσει σε πλήρη και μόνιμη ίαση. Σε ορισμένες χρόνιες παθήσεις, στόχος της θεραπείας είναι κυρίως η ανακούφιση του συμπτώματος, αν η βασική νόσος δεν μπορεί να αναστραφεί. Η βελτίωση της αναπνοής και η μείωση της δύσπνοιας συνοδεύεται από καλύτερη αντοχή του ασθενούς στις καθημερινές δραστηριότητες, και επομένως καλύτερη ποιότητα ζωής. Αυτή αποτελεί έναν από τους καλύτερους θεραπευτικούς στόχους σε οποιοδήποτε νόσημα, και θα πρέπει πάντα να επιδιώκεται σε κάθε περίπτωση.

Πηγή:  www.klinikiagiosloukas.gr

0 Σχόλια - Παρατηρήσεις:

Δημοσίευση σχολίου

Join The Team

top