Το ενδοκρινικό σύστημα του ανθρώπου αποτελείται από ένα σύνολο ενδοκρινών αδένων, οι οποίοι παράγουν και εκκρίνουν τις ορμόνες.  Ένας από τους σημαντικότερους αδένες, με σημαντική δράση στη σωματική και πνευματική ανάπτυξη του ανθρώπου, είναι και ο θυρεοειδής.


Γενικά στοιχεία
Ο θυρεοειδής αδένας βρίσκεται στο μέσο της βάσης του λαιμού, λίγο πιο κάτω από το λάρυγγα.  Θυρεοειδής ονομάστηκε το 17ο αιώνα εξαιτίας του σχήματός του, που μοιάζει με ασπίδα (θυρεός = ασπίδα).  Αποτελείται από δύο τμήματα, τους λοβούς, που ενώνονται με μια γέφυρα, τον ισθμό και συνήθως ζυγίζει 18-20 γραμμάρια.  Άλλοι αδένες του ενδοκρινικού συστήματος είναι η υπόφυση, το πάγκρεας, τα επινεφρίδια, οι παραθυρεοειδείς, οι ωοθήκες και οι όρχεις.  Τα προβλήματα του θυρεοειδή αδένα, μπορούν να προκαλούν μικρές διαταραχές ή και να απειλούν ακόμη και την ανθρώπινη ζωή.

Ένας σημαντικός ρόλος
Ο ρόλος του είναι να παράγει ορμόνες που ρυθμίζουν διάφορες φυσιολογικές λειτουργίες του οργανισμού, με κυριότερο τον έλεγχο της λειτουργίας του μεταβολισμού.  Οι βασικές ορμόνες που παράγει είναι η θυροξίνη (Τ4), η τριιωδοθυρονίνη (Τ3) και η καλσιτονίνη.  Η έλλειψη των ορμονών αυτών στην παιδική ηλικία, μπορεί να προκαλέσει σωματική ή και πνευματική καθυστέρηση, γι’ αυτό και σε όλα τα νεογνά πρέπει να γίνεται έλεγχος της πιθανής απουσίας τους.  Γενικότερα, οι διαταραχές στην παραγωγή και την έκκριση των ορμονών Τ3 και Τ4 δημιουργούν συχνά προβλήματα, με αποτέλεσμα πολλοί άνθρωποι να πάσχουν από ΄΄θυρεοειδή΄΄.   Οι συγκεκριμένες ορμόνες ρυθμίζουν τις καύσεις του οξυγόνου και άλλων ουσιών στον οργανισμό και διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην παραγωγή και την εκμετάλλευση της ενέργειας στον ανθρώπινο οργανισμό. 

Η σύνθεση των ορμονών
            Για τη σύνθεση των ορμονών του ο θυρεοειδής χρειάζεται ιώδιο, το οποίο περιέχεται σε διάφορες τροφές, και κυρίως τα θαλασσινά, και στο νερό.  Όταν υπάρχει έλλειψη ιωδίου στον οργανισμό (κυρίως σε ορεινές περιοχές, που λείπουν τα θαλασσινά, ή όπου αποφεύγονται στη διατροφή), τότε υπάρχει μειωμένη παραγωγή θυρεοειδικών ορμονών.  Στις μέρες μας, πάντως, που καταναλώνεται απ’ όλους ιωδιωμένο μαγειρικό αλάτι, δεν παρατηρείται συχνά έλλειψη ιωδίου.
Η σύνθεση και έκκριση των θυρεοειδικών ορμονών ρυθμίζεται από τη θυρεοειδοτρόπο ορμόνη (TSH), που παράγεται στην υπόφυση.

Η εμφάνιση διόγκωσης
            Συνήθως ο ασθενής οδηγείται στο γιατρό του μετά την εμφάνιση διόγκωσης στο λαιμό του, λόγω της υπερανάπτυξης του θυρεοειδή.  Οι ασθένειες του θυρεοειδή αδένα είναι συχνές και προσβάλλουν με μεγαλύτερη συχνότητα τις γυναίκες.  Φυσιολογικά, ο αδένας δεν ψηλαφάται, οπότε κάθε διόγκωσή του αναφέρεται κλινικά ως βρογχοκήλη.  Στο θυρεοειδή, επίσης, δεν είναι σπάνια η γρήγορη ή σταδιακή δημιουργία μαζών που ονομάζονται όζοι.  Οι όζοι είναι συνήθως στρογγυλοί και σκληρότεροι από τον θυρεοειδικό ιστό και αποτελούν αποτέλεσμα τοπικής υπερπλασίας του αδένα λόγω ίνωσης, κύστης ή (καλοήθους ή σπάνια κακοήθους) όγκου.    
Οι όζοι χωρίζονται σε δύο μεγάλες κατηγορίες: τους ψυχρούς (85%) και τους θερμούς (15%).   Οι ψυχροί όζοι δεν είναι λειτουργικοί, δηλαδή δεν παράγουν θυρεοειδικές ορμόνες, δεν προσλαμβάνουν ιώδιο και έτσι δεν σκιαγραφούνται στο σπινθηρογράφημα. Έχουν περίπου 20% πιθανότητα να είναι κακοήθεις.  Οι θερμοί όζοι, παράγουν θυρεοειδικές ορμόνες, προσλαμβάνουν ιώδιο και σκιαγραφούνται στο σπινθηρογράφημα, ενώ σχεδόν είναι πάντοτε καλοήθεις.   Σε ορισμένες περιπτώσεις προκαλούν την αίσθηση μάζας στο λαιμό, δυσκολία στην κατάποση, βραχνάδα στη φωνή ή και βήχα.  Ο όζος μπορεί να παράγει μεγάλες ποσότητες θυρεοειδικών ορμονών (τοξικό αδένωμα), προκαλώντας συμπτώματα υπερθυρεοειδισμού.

Οι ασθένειες του θυρεοειδή
Οι πιο γνωστές ασθένειες είναι ο υπερθυρεοειδισμός που προκαλείται από αυξημένη δραστηριότητα του αδένα, ο υποθυρεοειδισμός, που προκύπτει ως αποτέλεσμα της μειωμένης βιολογικής του δραστηριότητας, οι ανωμαλίες στην ανάπτυξή του, οι θυρεοειδίτιδες (φλεγμονές) και οι καλοήθεις ή κακοήθεις όγκοι.  
Από τις φλεγμονές του αδένα, η πιο συχνή είναι η θυρεοειδίτιδα Ηashimoto, που αποτελεί την η πιο συχνή αιτία υποθυρεοειδισμού (υπολειτουργία του θυρεοειδή).  Είναι αυτοάνοση νόσος, στην οποία παρατηρείται καταστροφή του θυρεοειδικού ιστού.  Η επίπτωσή της αυξάνεται με την πάροδο της ηλικίας και είναι επτά φορές πιο συχνή στις γυναίκες απ΄ ό,τι στους άνδρες. Μπορεί να εμφανιστεί ως ανώδυνη διόγκωση του θυρεοειδούς (βρογχοκήλη) ή ως ατροφία του αδένα.
Επίσης, υπάρχουν τέσσερα διαφορετικά καρκινώματα που προέρχονται από τον θυρεοειδή και είναι το θυλακιώδες (10-15%), το θηλώδες (80%), το μυελοειδές 5-10%) και το αναπλαστικό, που είναι πολύ σπάνιο.  Πρέπει να σημειωθεί ότι οι πιο συχνοί καρκίνοι του θυρεοειδούς (θυλακιώδες και θηλώδες) δεν είναι θανατηφόροι εφόσον γίνει έγκαιρη θεραπεία.

Υπερθυρεοειδισμός
Υπερθυρεοειδισμός ονομάζεται η παθολογική κατάσταση που οφείλεται σε υπερβολική παραγωγή θυρεοειδικών ορμονών. Οι κυριότερες μορφές υπερθυρεοειδισμού είναι:
1. Η τοξική διάχυτος βρογχοκήλη (νόσος του Graves ή νόσος του Basedow), στην οποία όλος ο θυρεοειδής αδένας υπερλειτουργεί
2. Η τοξική οζώδης βρογχοκήλη, όπου στο θυρεοειδή αναπτύσσεται ένας ή περισσότεροι όζοι, οι οποίοι παράγουν υπερβολικές ποσότητες θυρεοειδικών ορμονών.  Ανάλογα με τον αριθμό των όζων, διακρίνεται σε πολυοζώδη (πολλοί όζοι) και στο μονήρες τοξικό αδένωμα (ένας μόνο όζος στο θυρεοειδή).
Ο υπερθυρεοειδισμός προσβάλλει συχνότερα γυναίκες και οι κλινικές του εκδηλώσεις ποικίλουν ανάλογα με τη βαρύτητα και τη διάρκεια της νόσου.  Ο υπερθυρεοειδισμός μπορεί για χρόνια να μην εμφανίζει κανένα σύμπτωμα ή να προκαλεί ελαφρά συμπτώματα, τα οποία τις περισσότερες φορές δεν γίνονται εύκολα αντιληπτά από τον ασθενή ή και το γιατρό.
Στις πιο σοβαρές μορφές του υπερθυρεοειδισμού, το άτομο παραπονείται για νευρικότητα, μυϊκή αδυναμία και εύκολη κόπωση, αϋπνίες, ταχυκαρδία ή καρδιακές αρρυθμίες, που περιγράφονται και σαν ΄΄σταμάτημα΄΄ της ανάσας.  Παράλληλα, ο ασθενής έχει εξάψεις, δεν ανέχεται τη ζέστη, παρουσιάζει διάρροιες, η όρεξή του είναι αυξημένη και ενώ τρώει κανονικά χάνει βάρος και αδυνατίζει. Υπάρχει, ακόμη, τρεμούλιασμα των χεριών και ιδιαίτερα των δακτύλων,ενώ οι παλάμες τους συνήθως είναι ζεστές και μόνιμα ιδρωμένες.
Σε ορισμένες περιπτώσεις υπάρχουν πόνοι στα οστά, λόγω της προκαλούμενης οστεαρθροπάθειας, και προπέτεια των οφθαλμών (ο γνωστός εξόφθαλμος) που εμφανίζεται συχνότερα σε νεαρά άτομα. Η διάγνωση του υπερθυρεοειδισμού γίνεται εύκολα με ειδικές εξετάσεις αίματος (μέτρηση θυρεοειδικών ορμονών), οι οποίες και μας δίνουν πληροφορίες για τη λειτουργική κατάσταση του θυρεοειδούς αδένα.  Ως επιπλέον διαγνωστικές εξετάσεις χρησιμοποιούνται το υπερηχογράφημα και το σπινθηρογράφημα του θυρεοειδούς (μικρότερης διαγνωστικής αξίας), τα οποία μας παρέχουν χρήσιμες πληροφορίες για την ανατομική κατάσταση του αδένα.
Η θεραπευτική αντιμετώπιση του υπερθυρεοειδισμού γίνεται είτε με τη χορήγηση ειδικών αντιθυρεοειδικών φαρμάκων, είτε με τη χορήγηση ραδιενεργού Ιωδίου που έχει την ικανότητα να ΄΄καίει΄΄ τον θυρεοειδή που υπερλειτουργεί, είτε τέλος με χειρουργική αφαίρεση τμήματος ή και ολόκληρου του θυρεοειδούς. Στις περιπτώσεις που αναγκαζόμαστε να καταστρέψουμε το θυρεοειδή με ραδιενεργό Ιώδιο είτε να τον αφαιρέσουμε ολόκληρο, τότε είναι αναγκαίο ο ασθενής να λαμβάνει εφ’όρου ζωής θεραπεία υποκατάστασης, που γίνεται με τη χορήγηση των θυρεοειδικών ορμονών (χάπια από το στόμα).

Υποθυρεοειδισμός
Υποθυρεοειδισμός είναι η παθολογική κατάσταση κατά την οποία έχουμε μειωμένη έκκριση θυρεοειδικών ορμονών. Ο υποθυρεοειδισμός μπορεί να είναι είτε πρωτοπαθής, να οφείλεται σε βλάβη του ίδιου του θυρεοειδούς, είτε δευτεροπαθής, να οφείλεται σε βλάβη της υπόφυσης, που παράγει τη θυρεοειδοτρόπο ορμόνη (TSH), η οποία ωθεί φυσιολογικά το θυρεοειδή στην παραγωγή θυρεοειδικών ορμονών.
Αίτια πρωτοπαθούς υποθυρεοειδισμού μπορεί να είναι η ατελής ανάπτυξη του θυρεοειδούς, που προκαλεί σοβαρά προβλήματα από τη γέννηση του παιδιού, οι εκ γενετής, συνήθως, διαταραχές στη σύνθεση των ορμονών, η ελλιπής πρόσληψη Ιωδίου με τις τροφές μας, η καταστροφή του θυρεοειδούς με ραδιενεργό Ιώδιο ή η αφαίρεσή του για ιατρικούς λόγους, διάφορες φλεγμονές που προσβάλλουν το θυρεοειδή, καθώς επίσης και η λήψη μερικών φαρμάκων που παραβλάπτουν το θυρεοειδή.  Τα συμπτώματα και οι κλινικές εκδηλώσεις του υποθυρεοειδισμού είναι συνάρτηση της βαρύτητάς του, αλλά και της ηλικίας του ασθενούς.
Στους ενήλικες η νόσος εμφανίζεται πιο συχνά στις γυναίκες (6 φορές πιο συχνή στις γυναίκες απ' ότι στους άνδρες). Εκδηλώνεται με σωματική και πνευματική νωθρότητα, με μεγάλη ευαισθησία στο κρύο, με δυσκοιλιότητα, με αύξηση του βάρους και με δέρμα ξηρό και άγριο. Η εμφάνιση του ασθενούς ιδιαίτερα σε προχωρημένα στάδια, παίρνει μια χαρακτηριστική όψη, με πρόσωπο ωχρό, με πρήξιμο των βλεφάρων, με ξερά μαλλιά και αραιά φρύδια, με γλώσσα παχειά και μεγάλη, καθώς και με βραχνή και αργή φωνή.  Σε σοβαρότερες καταστάσεις ενδέχεται να συγκεντρωθεί υγρό μέσα στην κοιλιά (ασκίτης) ή γύρω από την καρδιά (περικαρδίτιδα) και τέλος ο ασθενής μπορεί να παρουσιάσει προοδευτική υποθερμία και κώμα.
Στα παιδιά η νόσος συχνά δεν διαγιγνώσκεται έγκαιρα, με πιθανό αποτέλεσμα τη σωματική και πνευματική καθυστέρηση του παιδιού. Τα βρέφη που γεννιούνται με υποθυρεοειδισμό στην αρχή φαίνονται να είναι φυσιολογικά.  Προοδευτικά, όμως, γίνεται αντιληπτό ότι το παιδί είναι υπερβολικά ήσυχο, κοιμάται πολύ, είναι δυσκοίλιο, έχει μεγάλη γλώσσα που βγαίνει έξω από το στόμα, έχει δέρμα παχύ και κρύο, το κλάμα του είναι βραχνό και οι κινήσεις του γενικά είναι πολύ αργές ενώ όχι σπάνια ο αφαλός του προεξέχει (ομφαλοκήλη).
Για να γίνει διάγνωση του υποθυρεοειδισμού, συνήθως αρκεί ο προσδιορισμός των θυρεοειδικών ορμονών και της θυρεοτρόπου ορμόνης, σε συνδυασμό με το υπερηχογράφημα και το σπινθηρογράφημα του θυρεοειδούς.
Η θεραπεία του υποθυρεοειδισμού συνίσταται στη χορήγηση από το στόμα υπό μορφή χαπιού της ορμόνης που λείπει. Εκείνο που έχει πολύ μεγάλη σημασία για τη θεραπεία του υποθυρεοειδισμού είναι η λήψη των χαπιών δεν θα πρέπει να σταματά και ότι το χάπι που παίρνει δεν είναι φάρμακο με την έννοια που ο κόσμος το θεωρεί, αλλά απαραίτητο συστατικό που δεν έχει την ικανότητα να παράγει ο οργανισμός.

Ο καρκίνος του θυρεοειδούς
Ο καρκίνος του θυρεοειδούς αποτελεί γενικά μια σπάνια μορφή καρκίνου, καθώς συνιστά μόλις το 1% του συνόλου των καρκίνων.  Η μέση ηλικία εμφάνισης είναι τα 40-50 έτη και προσβάλλεται συχνότερα το γυναικείο φύλο σε σχέση με το αντρικό.  Οι αιτίες του καρκίνου του θυρεοειδούς δεν είναι απολύτως διευκρινισμένες, φαίνεται όμως ότι οπωσδήποτε ενέχεται γονιδιακός παράγοντας, καθώς άτομα με οικογενειακό ιστορικό καρκίνου του θυρεοειδούς παρουσιάζουν μεγαλύτερες πιθανότητες να τον αναπτύξουν μελλοντικά.
Ο καρκίνος του θυρεοειδούς δε δίνει ιδιαίτερα συμπτώματα, αλλά εκδηλώνεται συνήθως σαν ένα οζίδιο στην περιοχή του θυρεοειδούς, χωρίς άλλες εκδηλώσεις.  Μόνο όταν μεγαλώσει πολύ σε μέγεθος είναι δυνατό να προκαλεί διαταραχές στην αναπνοή και στην κατάποση ή βραχνάδα στη φωνή. Πόνος συνήθως δεν υπάρχει. Βέβαια, τονίζεται ότι κάθε οζίδιο στην περιοχή του θυρεοειδούς δε σημαίνει απαραίτητα ότι πρόκειται για καρκίνωμα και μάλιστα στις περισσότερες περιπτώσεις, μέχρι και σε ποσοστό μεγαλύτερο του 90%, πρόκειται για καλοήθη ογκίδια, που δεν εμπνέουν ιδιαίτερη ανησυχία. Ωστόσο, σε κάθε περίπτωση, εάν το άτομο διαπιστώσει κάποια διόγκωση στην περιοχή του θυρεοειδούς του, πρέπει οπωσδήποτε να αναζητήσει εξειδικευμένη ιατρική βοήθεια.
Η θεραπεία του καρκίνου του θυρεοειδούς είναι κατεξοχήν χειρουργική και συνίσταται είτε σε εξαίρεση μέρους ή συνηθέστερα ολόκληρου του θυρεοειδούς αδένα. Μετά από τη χειρουργική επέμβαση, ακολουθεί συχνά χορήγηση ραδιενεργού ιωδίου, με σκοπό την καταστροφή του θυρεοειδικού ιστού που παραμένει μετά την επέμβαση.

Η διάγνωση του προβλήματος
Οι διαταραχές του θυρεοειδή χρειάζονται άμεση διερεύνηση και αντιμετώπιση.  Οι ενδοκρινολόγοι γιατροί χρησιμοποιούν τόσο την κλινική εξέταση και το οικογενειακό ιστορικό του ασθενή, όσο και τις εξετάσεις αίματος.  Οι κατάλληλες διαγνωστικές εξετάσεις που γίνονται στο αίμα για τη διερεύνηση του θυρεοειδή είναι οι ορμονικές εξετάσεις (Τ3, Τ4, FT3, FT4, TSH, αντιθυρεοειδικά αντισώματα, καλστιτονίνη), το υπερηχογράφημα, η ακτινογραφία θώρακα, η κυτταρολογική εξέταση μετά από αναρρόφηση με λεπτή βελόνα, το σπινθηρογράφημα με ιώδιο, καθώς και η αξονική ή μαγνητική τομογραφία. 
Πρέπει να σημειωθεί ότι αν και οι περισσότερες διογκώσεις του θυρεοειδή είναι καλοήθεις, θα πρέπει να πραγματοποιηθούν κάποιες από τις παραπάνω εξετάσεις, ώστε να αποκλειστεί η κακοήθεια και να τεθεί η κατάλληλη διάγνωση του κάθε προβλήματος. 

Η θεραπεία των προβλημάτων
            Η θεραπευτική αντιμετώπιση των προβλημάτων που απορρέουν από την απορρύθμιση του θυρεοειδή αδένα, είναι η ορμονική υποκατάσταση (σε υποθυρεοειδισμό), ο περιορισμός της λειτουργίας του (σε περιπτώσεις υπερλειτουργίας), η χειρουργική αφαίρεση (θυρεοειδεκτομή) και η χορήγηση ραδιενεργού ιωδίου.  Σε κάποιες περιπτώσεις η θεραπεία με λήψη θυροξίνης (Τ4) μπορεί να μειώσει το μέγεθος του αδένα και να μειώσει τις υπάρχουσες μάζες.  Εάν, όμως, παρά τη θεραπεία ή λόγω υποψίας ύπαρξης κακοήθειας, ο θυρεοειδής δεν λειτουργεί σωστά ή συνεχίζει να διογκώνεται, είναι πιθανό να προταθεί από τον ενδοκρινολόγο η χειρουργική αφαίρεσή του.  Σημειώνεται ότι μετά την επέμβαση οι ασθενείς συνεχίζουν να ζουν εντελώς φυσιολογικά, παίρνοντας μόνο ένα χάπι με την ορμόνη που χρειάζονται.

Επίλογος
            Η σημασία του θυρεοειδή αδένα για την ομαλή λειτουργία του οργανισμού είναι πολύ μεγάλη, γι’ αυτό και επιβάλλεται ο σχολαστικός κλινικοεργαστηριακός του έλεγχος, στην περίπτωση που εμφανιστεί οποιοδήποτε σύμπτωμα ή σημείο που να υποδηλώνει διαταραχή της λειτουργίας ή της μορφολογίας του.  Έτσι, η άμεση προσφυγή σε ειδικό ενδοκρινολόγο αποτελεί μονόδρομο για την έγκαιρη διάγνωση και αντιμετώπιση οποιουδήποτε προβλήματος στο συγκεκριμένο ενδοκρινή αδένα, καθώς και για την εξασφάλιση της ομαλής ψυχοσωματικής λειτουργικότητας του ανθρώπου.

Πηγή:  Γιάννης Στεφανογιάννης - Χανιώτικα Νέα 30-10-2012

0 Σχόλια - Παρατηρήσεις:

Δημοσίευση σχολίου

Join The Team

top